Όταν λέμε «Δεν ξέρω τι θέλω»
Η φράση «Δεν ξέρω τι θέλω» δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, ανεπάρκειας η απουσία επιθυμίας. Συχνά είναι το αποτέλεσμα μιας ζωής όπου η επιθυμία δεν είχε χώρο να αναπτυχθεί με ασφάλεια. Όταν μεγαλώνουμε μαθαίνοντας να υπολογίζουμε πρώτα τις ανάγκες, τις προσδοκίες και τα βλέμματα των άλλων, τότε ο εσωτερικός προσανατολισμός θολώνει. Το «θέλω» γίνεται κάτι που πρέπει να επιβεβαιωθεί, να δικαιολογηθεί, να γίνει αποδεκτό. Και κάπως έτσι, σταδιακά, χάνουμε την επαφή με αυτό που μας κινεί πραγματικά.
Όταν η επιθυμία χρειάστηκε να μικρύνει.
Για πολλούς ανθρώπους, η επιθυμία δεν ήταν κάτι ελεύθερο. Έγινε κάτι που έπρεπε να περιορίζεται για να μη διαταράσσει σχέσεις, να εξηγείται για να είναι «σωστό», να μετριέται για να μην θεωρηθεί «εγωιστικό». Ο ψυχισμός, για να προστατευτεί, έμαθε να μειώνει την ένταση του θέλω. Να το κάνει πιο ήσυχο. Πιο ουδέτερο, πιο ακίνδυνο, δεν εξαφανίστηκε η επιθυμία, απλώς έμαθε να μην φαίνεται.
Αυτή η δυσκολία δεν ξεκινά συνήθως στην ενήλικη ζωή.
Πολλές φορές υπάρχει μέσα στην οικογένεια σαν τρόπος ύπαρξης, σαν φιλοσοφία. Άνθρωποι που έμαθαν ότι η ασφάλεια εξαρτάται από την αποδοχή του άλλου, η ηρεμία κερδίζεται όταν δεν ταράζεις το περιβάλλον, η επιθυμία μπορεί να φέρει ρήξη. Κι έτσι μεταφέρεται σιωπηλά σε μια στάση: «Καλύτερα να μη θέλω πολύ.» Είναι πιο ασφαλές.
Η θεραπεία δεν “διδάσκει” επιθυμία αλλά δημιουργεί χώρο.
Η επιθυμία λειτουργεί σαν εσωτερική πυξίδα. Όταν η επαφή μαζί της χαθεί, ο δρόμος μπροστά θολώνει και προκαλεί δυσκολία στη λήψη αποφάσεων, αίσθηση ακινησίας, κούραση που δεν εξηγείται, εσωτερικό κενό αντί για ζωντάνια.
Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν επιθυμίες. Είναι ότι δεν έχουμε πρόσβαση σε αυτές.
Στη θεραπεία δεν προσπαθούμε να βρούμε «σωστές» αποφάσεις. Δεν πιέζουμε τον εαυτό να γνωρίζει.
Αντίθετα, καλλιεργούμε έναν χώρο όπου:
- η εσωτερική αίσθηση μπορεί να εμφανιστεί,
- το σώμα μπορεί να μιλήσει, οι μικρές κινήσεις μπορούν να γίνουν ορατές.
Η επιστροφή στο τι θέλω δεν γίνεται με σκέψη. Γίνεται με σχέση, με ασφάλεια, με χρόνο.
Και σιγά-σιγά, κάτι κινείται.
Στην αρχή μπορεί να είναι κάτι ανεπαίσθητο, μια προτίμηση, μια έλξη προς μια κατεύθυνση, ένα «αυτό μου κάνει χώρο». Δεν χρειάζεται να είναι σωστό, δεν χρειάζεται να είναι βέβαιο.
Αρκεί να είναι αληθινό και εκεί, αρχίζει η επανασύνδεση.

